Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έλληνες Συγγραφείς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έλληνες Συγγραφείς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Στη σκιά της πεταλούδας



Ένα πανέμορφο συγκινητικό ιστορικό μυθιστόρημα του Ισίδωρου Ζουργού για έναν αιώνα. Η Θεσσαλονίκη και η πολύπαθη Μακεδονία μέσα από την ιστορία δύο οικογενειών.

«Συναρπαστική πλοκή, εκπληκτική ζωντάνια αφηγηματικού λόγου, ένσαρκος στη ζωή προβληματισμός για το "πανάρχαιο δράμα, τη συνάντηση του ανθρώπου με την προσωπική του αποτυχία και πτώση". 
Δεν έχω χαρακτηρισμούς προσφυέστερους να αποδώσω σε αυτό το εξαίρετης μαστοριάς λογοτεχνικό έργο. Γνώμη μου είναι πως, αν με τον Τσίρκα το ελληνικό μυθιστόρημα έκανε άλμα πέρα από τον Βενέζη, τον Μυριβήλη, τον Καραγάτση, τώρα με τον Ζουργό είναι κιόλας διακριτή η απόσταση πέρα και από τον Τσίρκα. Περιμένω να δω αν θα δικαιωθεί η κρίση μου στις "από στόμα σε στόμα" αξιολογήσεις των αναγνωστών». 

(Χρήστος Γιανναράς, εφημ. Η Καθημερινή, 25/09/2005)



Ισίδωρος Ζουργός: H βασικότερη αιτία της κακοδαιμονίας της εκπαίδευσης εντοπίζεται στο ότι σε πολιτικό επίπεδο η παιδεία ήταν πάντα περισσότερο ένα καύχημα από τα μπαλκόνια παρά ένα πραγματικό νοιάξιμο.




Μια συζήτηση με τον συγγραφέα για το νέο του βιβλίο «Οι ρετσίνες του βασιλιά», τη ζωή του, τη Θεσσαλονίκη, την παιδεία, τη διδασκαλία στην εποχή του Διαδικτύου, τη συγγραφή, την απώλεια αλλά και για το τι θεωρεί σημαντικό στη ζωή.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ - Lifo.gr



Πείτε μου πώς είναι για έναν άνθρωπο να είναι δάσκαλος;

Οι δάσκαλοι ζούμε σε καταστάσεις εργασιακής πολυτέλειας, και για να μην παρεξηγηθώ, εννοώ συναισθηματικής πολυτέλειας. Έχουμε το προνόμιο να μπορεί να ξεκινά η μέρα ή η εβδομάδα μας ακούγοντας π.χ. από ένα παιδί τι όνειρο είχε δει το προηγούμενο βράδυ. Τα παιδιά είναι το μέλλον, η ζωή που έρχεται και η ελπίδα των επόμενων χρόνων. 
Ο δάσκαλος έχει την τύχη να εισπράττει μερίδιο απ' αυτές τις αθώες επιθυμίες. Γι' άλλους, βέβαια, ίσως είναι αφόρητο να μιλούν καθημερινά με παιδιά, αλλά θα μπορούσαν να ακολουθήσουν ένα διαφορετικό επάγγελμα από εκείνο του δασκάλου. Όταν είσαι στην τάξη, οφείλεις να προσαρμόζεσαι στις ανάγκες της παιδικής ψυχής. Γι' αυτό πιστεύω ότι επιτυχημένος δάσκαλος είναι αυτός που παίζει επάξια τον ρόλο του, έχοντας συνείδηση της αποστολής του.

Όλη η συνέντευξη εδώ.
Πληροφορίες για τον Ισίδωρο Ζουργό εδώ.

Η μαμά μου είναι αναπληρώτρια δασκάλα



«Η μαμά μου είναι αναπληρώτρια δασκάλα. Τι ακριβώς είναι αυτό, δεν ξέρω να σου πω. Μάλλον είναι όπως λέμε, “αυτή είναι μια πολική αρκούδα, όχι απλή αρκούδα”, ή όπως λέμε, “αυτή είναι μια χελώνα καρέτα-καρέτα, όχι συνηθισμένη”.

»Ο μπαμπάς μου είναι κι αυτός αναπληρωτής δάσκαλος. Μάλλον γι’ αυτό παντρεύτηκαν· έχουν κοινά ενδιαφέροντα. Κι εγώ σκέφτομαι να παντρευτώ τον Γιωργάκη, αφού αρέσει και στους δυο μας η πίτσα.
»Επειδή οι γονείς μου είναι αναπληρωτές, εγώ πρέπει κάθε χρόνο να μαζεύω τα παιχνίδια μου σ’ ένα μεγάλο χάρτινο κουτί και να χαιρετώ τα παιδάκια της τάξης. Ο μπαμπάς δεν ζει μαζί μας. Μου εξηγούν κάθε χρόνο –όταν τον αγκαλιάζω κλαίγοντας και του λέω να μη μας αφήσει πάλι– ότι αυτό δεν γίνεται γιατί τον έστειλαν να υπηρετήσει αλλού από το υπουργείο. Αυτό το υπουργείο πρέπει να είναι ένας μεγάλος δράκος που μισεί τους γονείς μου μόνο».

Η Μαρίνα πηγαίνει δευτέρα δημοτικού και έχει πολλές απορίες για την παράξενη δικαιοσύνη που υπάρχει στον κόσμο. Με γνώμονα το σωστό, αποφασίζει να δράσει όσο είναι ακόμη παιδί και το μέλλον της ανήκει.

πηγή


Χρόνης Μίσσιος : Η ζωή μας, μια φορά μας δίνεται







...καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς





Η ζωή μας, μια φορά μας δίνεται...







Χρόνης Μίσσιος

Εφυγε χωρίς να υποκύψει στις σειρήνες

Της Μικέλας Χαρτουλάρη





Υπήρξε το πρότυπο του αγνού αγωνιστή της Αριστεράς που δεν παραιτείται, και παρότι απέκτησε φήμη ως συγγραφέας δεν υπέκυψε ποτέ στις σειρήνες της δημοσιότητας. Αντιδογματικός μέχρι το τέλος, ο Χρόνης Μίσσιος έσβησε χθες το πρωί, χάνοντας τη μάχη με τον καρκίνο, και κηδεύεται σήμερα στις 2.00 μ.μ. στο Μικροχώρι Καπανδριτίου, εκεί όπου κατοικούσε από το 1986.
Ο Μίσσιος έγινε γνωστός στο ευρύτερο κοινό στα 55 του, το 1985, όταν κυκλοφόρησε το αυτοβιογραφικό αφήγημά του «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς» (εκδ. Γράμματα) - μια καταγραφή της οδύσσειας των χιλιάδων ανθρώπων που αφιέρωσαν τις ζωές τους στην πολιτική στράτευση για μια πιο δίκαιη κοινωνία και που κυνηγήθηκαν ανελέητα για τις ιδέες τους. Το βιβλίο του ξεχώρισε με τον χειμαρρώδη και αυθόρμητο λόγο του, με τα συγκλονιστικά επεισόδια που περιγράφει από τις δικές του περιπέτειές ως τις αρχές του '50, αλλά και επειδή, όπως σημείωσε ο Δημοσθένης Κούρτοβικ,  «κατέγραφε τις περιπέτειες ενός προλετάριου επαναστάτη που βρισκόταν διαρκώς σε σύγκρουση τόσο με τον ταξικό-ιδεολογικό εχθρό όσο και με την κομματική μικρόνοια και μικροψυχία».

Παιδί καπνεργατών απ' την Καβάλα ο ίδιος, βιοπαλαιστής που πέρασε έφηβος στις τάξεις των ανταρτών της Εθνικής Αντίστασης, ήταν 17 χρόνων και μέλος πια του Δημοκρατικού Στρατού όταν, το 1947, στη δίνη του Εμφυλίου, συνελήφθη και καταδικάστηκε σε θάνατο. Από τότε και επί 26 χρόνια, μέχρι την αμνηστία του 1973, ο Μίσσιος βασανίστηκε «στα δικά μας Γκουαντάναμο», όπως έλεγε, μένοντας στη φυλακή ώς το 1953 κι έπειτα εκτοπισμένος στη Μακρόνησο και στον Αϊ-Στράτη, και ξανά σε φυλακές, με ένα μικρό διάλειμμα μεταξύ 1962 και 1967. Κι όπως είχε εγκαταλείψει το σχολειό στη Β' Δημοτικού, έμαθε να γράφει και να διαβάζει πίσω από τα σίδερα. Και διαμόρφωσε την αριστερή του ταυτότητα περνώντας από τον σύνδεσμο των ανταρτών στη νεολαία της ΕΔΑ, στον ιδρυτικό πυρήνα του ΠΑΜ και αργότερα - όταν διασπάστηκε το ΚΚΕ - στην «κίνηση των 400»,  ώσπου κατέληξε να ψηφίζει Συνασπισμό αλλά να αναζητεί, όπως έλεγε το 2009, «έναν καινούργιο λόγο, μια καινούργια οπτική και νέες εξωκομματικές μορφές παρέμβασης», όπου τα οικολογικά προτάγματα θα έπαιζαν ουσιαστικό ρόλο.
Μετά την πρώτη του συγγραφική επιτυχία συνέχισε την αυτοβιογραφική αφήγησή του στο «Χαμογέλα, ρε, τι σου ζητάνε;» (1988) όπου εξηγεί πως αν χάσουμε τη μνήμη μας δεν θα μπορέσουμε να ονειρευτούμε ξανά, και στο τρυφερό «Τα κεραμίδια στάζουν» (1991) όπου μιλά για τον «συμπαντικό έρωτα» και τη σημασία του στην εσωτερική απελευθέρωση του ανθρώπου. Ακολουθούν τα οικολογικά «Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι» (1996) και «Ντομάτα με γεύση μπανάνας» (2001) που όμως δεν είχαν τη δύναμη των πρώτων του βιβλίων. Στην ιστορία της λογοτεχνίας θα μείνει πάντως ως ο συγγραφέας που «αναζωογόνησε την παράδοση της λαϊκής απομνηματογραφίας που φθάνει πίσω ως τον Μακρυγιάννη» και ως ένας συγγραφέας που ανέδειξε τις φωτεινές και τις σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης συμπεριφοράς σε καταστάσεις ακραίας δοκιμασίας.

Το τελευταίο του έργο, που κυκλοφόρησε το 2009, ήταν ένα είδος σχολιασμένης εξομολόγησης στο βιβλίο-CD «Ο Χρόνης Μίσσιος διαβάζει Χρόνη Μίσσιο» της σειράς Λόγου Χάριν. Εκεί έχει καταγραφεί το «πιστεύω» του πέρα από ιδεολογίες και κόμματα. 
Να αντιδράς, μας λέει, στον πόνο, στην απελπισία, στην καταπίεση, στο καθημερινό βόλεμα, στον παραλογισμό της εξουσίας, αλλά και στην τυραννία της ιεραρχίας ή της αυθεντίας. Να μην παραδίνεσαι και να μάχεσαι, γιατί όταν παλεύεις έχεις σκοπό, έχεις στόχο και γεννάς δυνάμεις μέσα σου. Να εμπλέκεσαι στα πράγματα γιατί έτσι πλουτίζεις, ενώ αν η επαφή σου μ' αυτά είναι τυπική, περιορισμένη στις βιολογικές ή πρακτικές ανάγκες σου, γερνάς.


αναδημοσίευση κειμένου από nea.gr




Η Άλκη Ζέη για τους δασκάλους



Άλκη Ζέη, Βρυξέλλες, 7-2-2012.
Η ποιότητα του βίντεο δεν είναι πολύ καλή, σημασία όμως έχουν τα λόγια της.





Η Άλκη Ζέη σε μια συγκινητική ομιλία για τους Έλληνες δασκάλους, στα πλαίσια της παρουσίασης του βιβλίου του Πέτρου Μάρκαρη με τίτλο "Περαίωση"