Το παιδί έρχεται στο σχολείο «νομίζοντας» ότι και πάλι θα πατήσει ένα κουμπί και θα έχει αποτέλεσμα




Λοιπόν, στη σημερινή ορολογία και γλώσσα θα έλεγα, θα μιλούσαμε ίσως για μια ποιότητα ζωής, η οποία ενδιαφέρει πριν από κάθε τι άλλο. Ξέρετε, είναι κοινότοπο, μπορεί να απολαμβάνει κανείς πάρα πολλά υλικά αγαθά, και η ζωή του να είναι πραγματικά δίχως νόημα, δίχως περιεχόμενο, ένα μαρτύριο μοναξιάς πιθανόν, εάν δεν υπάρχουν κάποιες ποιότητες που να έχουν την απόλυτα πρωτεύουσα θέση.
Έτσι θέλω να πω ένα παράδειγμα τέτοιων προβλημάτων ουσιωδών εκπαιδευτικής διαδικασίας, που δεν άκουσα ποτέ να τίθενται από τον πολιτικό λόγο των τελευταίων δεκαετιών.
Σκεφτείτε πώς μεγαλώνει σήμερα ένα παιδί. Μόλις πάρει συνείδηση του εαυτού του, ένα παιδί σήμερα μπορεί να έχει τα πάντα στη διάθεσή του πατώντας ένα κουμπί. Πατάει ένα κουμπί κι έχει φως, πατάει ένα άλλο κουμπί κι έχει θερμότητα, ένα τρίτο κουμπί κι έχει εικόνα, ένα τέταρτο κι έχει μουσική.
Άθελά του, ασυνείδητα, ανεπίγνωστα, αυτό το αυτονόητο, ότι τα πάντα είναι υποταγμένα στο εγώ του, και μπορώ να έχω αμέσως αποτέλεσμα, δημιουργεί ένα συγκεκριμένο ψυχισμό, επαναλαμβάνω, χωρίς την ευθύνη του παιδιού, άθελά του.
Για να το κατανοήσουμε αυτό, θυμηθείτε ή σκεφτείτε, πώς λειτουργούσε ένα παιδί αντίστοιχα στη λεγόμενη αγροτική κοινωνία, όπου για να έχει φως έπρεπε να ανάψει το λυχνάρι, δηλαδή να έρθει σε μια σχέση με τα συγκεκριμένα υλικά τα οποία πρέπει να σεβαστεί και πρέπει να βρει το μυστικό τους, για να μπορέσουν να αποδώσουν το αποτέλεσμα που χρειάζεται. Το ίδιο για να εκπέμπουν θερμότητα, θα ανάψει φωτιά – δεν είναι εύκολο ν’ ανάψεις φωτιά με ξύλα.
Πρέπει κάτι, θα έλεγα, κάτι να λειτουργήσει ως σχέση σου με το υλικό. Να μάθεις να σχετίζεσαι με το υλικό. Και για να μάθεις να σχετίζεσαι, πρέπει να παραιτηθείς απ’ την παντοδυναμία της αυθαίρετης χρήσης του υλικού, να υποταχθείς κάπως στο υλικό. Το ίδιο και πολλές άλλες εκφράσεις.
Αυτή η στάση του παιδιού της αγροτικής κοινωνίας, σχηματοποιώ υπερβολικά αλλά για να δώσω την εικόνα, δημιουργεί έναν άλλον ψυχισμό, άλλες ευαισθησίες, άλλα αντανακλαστικά προτεραιότητας, που δίνουν ακριβώς προτεραιότητα στη σχέση, στο μοίρασμα της θέλησής μου με κάτι άλλο.
Το παιδί της σημερινής κοινωνίας, φοβάμαι ότι δε μαθαίνει κάτι τέτοιο. Ακόμα κι όταν έρχεται στη σχολική κοινότητα, έρχεται με τη νοοτροπία – πάλι υπερβάλλω για να δώσω την εικόνα – λίγο ή πολύ, του καταναλωτή.
Υπάρχει ένα θαυμάσιο βιβλιαράκι και θα το αναφέρω, ενός μουσικολόγου Άγγλου, του Christopher Smor, έχει βγει στα ελληνικά με τον τίτλο «Μουσική, κοινωνία, παιδεία».
Είναι απ’ αυτά τα βιβλιαράκια, μου αρέσει να τα ονομάζω «ξεστραβωτικά». Σου ανοίγουν τα μάτια σε θέματα που δεν τα είχες μέχρι τώρα σκεφτεί. Και πρέπει σαφώς να είναι το καταστάλαγμα μιας μακράς εμπειρίας αυτού του ανθρώπου.
Λοιπόν, αυτός δείχνει το πώς στα πλαίσια του σημερινού υλικού υποδείγματος πολιτισμού, η μουσική, απ’ αυτήν ξεκινάει, λειτουργεί καταναλωτικά.
Δηλαδή, για να απολαύσω μια μουσική εκτέλεση, θα αγοράσω ένα εισιτήριο, θα πάω σε μια αίθουσα, θα καθίσω δίπλα σε κάποιους άλλους άγνωστους προς εμένα, χωρίς καμιά επικοινωνία μ’ αυτούς, και θα καταναλώσω αυτό που μια συμφωνική ορχήστρα θα μου προσφέρει.
Επαναλαμβάνω ακοινώνητα, άσχετα με τους γύρω μου.
Στην παραδοσιακές κοινωνίες, οπουδήποτε στον πλανήτη, αυτό είναι κάτι ακατανόητο. Η εκτέλεση ενός μουσικού κομματιού, ήταν ένα κοινωνικό γεγονός. Συμμετείχε στην εκτέλεση όλη η κοινότητα, γι’ αυτό και ποτέ κάποιο μουσικό κομμάτι δεν ήταν ίδιο κάθε φορά που εκτελείτο.
Και το μεταφέρει αυτό το παράδειγμα στην εκπαίδευση, και λέει ότι αντίστοιχα η εκπαίδευση προϋποθέτει το παιδί καθισμένο σ’ ένα θρανίο και κάποιον που είναι ο φορέας των πληροφοριών, και του προσφέρει τις πληροφορίες που αυτό πρέπει να καταναλώσει δίχως να λειτουργεί καμιά κοινωνία σχέσεων.
Τέτοια δεδομένα, επαναλαμβάνω στο επίπεδο το ασυνείδητο, το μη θεληματικό, οδηγούν στη διάπλαση ενός ψυχισμού, ενός χαρακτήρα που καταλήγει, για παράδειγμα, πώς να φτάσει αυτό το παιδί να ερωτευθεί, σε ηλικία να ερωτευθεί; Δεν ξέρει, δεν έχει μάθει να μοιράζεται τίποτα. Νομίζει ότι και πάλι θα πατήσει ένα κουμπί και θα έχει αποτέλεσμα.
Βλέπει τον άλλον ως ένα μέσο ή τρόπο για να υπηρετηθούν και πάλι οι ατομικές, εγωκεντρικές του απαιτήσεις. Και επαναλαμβάνω, δεν έχει ευθύνη ίσως γι’ αυτό.
Κανείς δεν του έμαθε το άλλο, τη σχέση, την έξοδο από το «εγώ», την πραγματοποίηση πραγματικά μιας κοινωνίας.
Απόσπασμα από την ομιλία του Χρήστου Γιανναρά στο Γυμνάσιο Οινόης Καστοριάς

Σχόλια